Δυσκολεύομαι να χαρακτηρίσω το τελευταίο βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου. Ως συνήθως είναι πολύ διαφορετικό από τα προηγούμενα.  Η ίδια γράφει ότι είναι μια περιδιάβαση σε πόλεις, μουσικές, βιβλία.  Σημειώσεις για την πολιτική, τις διεθνείς σχέσεις, την πολυπολιτισμικότητα.  Δεν είναι ημερολόγιο, ούτε κάποιου είδους βιογραφία. Είναι ένα βιβλίο-αμάλγαμα με σκέψεις, αναμνήσεις, ένα βιβλίο περιπλανήσεων, φυσικών και νοητών.

Σκέφτομαι αν μου άρεσε. Όσο περισσότερο το σκέφτομαι τόσο περισσότερο νομίζω η έκφραση ‘μου άρεσε’, δεν ταιριάζει στα Αστραφτερά Πεδία, δεν ταιριάζει στα βιβλία της Σώτης Τριανταφύλλου, είναι λάθος. Κοιτάζω πάλι τις σημειώσεις μου, είναι πολλές και πυκνές.  Υπάρχει κατι που με ενώνει με την Σώτη, δεν την ξέρω, αλλά είναι σαν να την ξέρω,  τη νιώθω τόσο κοντά μου, που πάντα την λέω Σώτη. Ίσως είναι το γράψιμο της,  απλό, ειλικρινές  και άμεσο, σε φέρνει κοντά της, σε γοητεύει.

Ίσως να είναι κάποιες κοινές εμπειρίες και παραστάσεις, στα βιβλία της φαίνεται να περιγράφει κομμάτια της δικής μου ζωής.  Ίσως  να είναι η περιπλάνηση, τα κοινά αναγνώσματα, το rock n roll. Στο τέλος δεν εχει σημασία, το σημαντικό είναι ότι η Σώτη μπορεί να συγκινεί, να προβληματίζει, σε προκαλεί να σκέφτεσαι, να μπεις στην ουσία των πράγματων. Αυτό το τελευταίο βέβαια μόνο αν θέλησεις να αφήσεις πίσω σου τη φασαρία και το σκουπίδι του ημερήσιου τύπου και των social media και μπεις στο κόπο  να κουραστείς για να σκεφτείς.

./.

Αυτό το σημείωμα γράφτηκε τις μεταμεσονύχτιες ώρες. Μόλις είχα διαβάσει ένα μακροσκελές άρθρο του Jan-Werner Müller για τον λαϊκισμό και τους λαϊκιστές, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη.  Αντί να κοιμηθώ σκέφτηκα τη Σώτη.

Το ξαναδιάβασα το πρωί και αποφάσισα να το αφήσω όπως ήταν. Ένα μεταμεσονύχτιο σημείωμα.