Είχα πολλά χρόνια να διαβάσω Γιώργο Ιωάννου (Γιώργος Σορολόπης ήταν το πραγματικό του όνομα). Τον ξαναθυμήθηκα όταν πρόσφατα ψάχνοντας στην βιβλιοθήκη μου στην Αθήνα, είδα τα βιβλία του, πήρα στα χέρια μου το η μόνη κληρονομιά και άρχισα να ξεφυλλίζω.

η μόνη κληρονομιά πρωτοκυκλοφόρησε το 1974, τους τελευταίους μήνες της δικτατορίας, όταν ο Ιωάννου είχε πλέον μετακομίσει στην Αθήνα. Πρόκειται για μια συλλογή δεκαεφτά ιστοριών που  γράφτηκαν από το 1971 έως το 1973 και μιλούν για τα προβλήματα, τα βάσανα και τις λιγοστές χαρές, τον καθημερινό αγώνα και τις ελπίδες των ανθρώπων στην ιδιαίτερη πατρίδα του Ιωάννου, τη Θεσσαλονίκη.

Η έκδοση που έχω είναι των εκδόσεων Κέδρου, 1982. Πρέπει να το είχα πρωτοδιαβάσει περίπου τότε και από τις τότε σημειώσεις μου φαίνεται πόσο πολύ με είχε συγκινήσει ο απλός, ευαίσθητος και – συχνά – γεμάτος απελπισία λόγος του Γιώργου Ιωάννου. Ξανάρχισα να το διαβάζω, περίπου 35 χρόνια μετά.

Η Θεσσαλονίκη έχει πρωταγωνιστική θέση στο έργο του Γιώργου Ιωάννου. Επίσης σημαντικό ρόλο στο έργο του παίζουν οι εμπειρίες των παιδικών και νεανικών του χρόνων, όπως και το κοινωνικό του περιβάλλον. Η οικογένεια του, οι άνθρωποι που γνώρισε , οι φτωχογειτονιές της πόλης, η ανατολίτικη ραθυμία και η πολυπολιτισμικότητα της. Το περπάτημα που «συνιστά τον πρωταρχικό τρόπο για να εξερευνήσεις μια πόλη», γίνεται για τον Ιωάννου μέσο ψυχικής εκτόνωσης.

Φεύγω και ξαναχάνομαι μέσα στα τράμ, τά φώτα καί την κίνηση. ‘Ο νούς μου, είναι κολλημένος στην ομίχλη και σε όλα όσα είδα μέσα σ’ αυτήν. Προσπαθώντας να ξεχαστώ περπατώ πολύ τις ομιχλιασμένες νύχτες. Αισθάνομαι κάποια ανακούφιση με το βάδισμα. Τα μεγάλα βάσανα κατασταλάζουνε σιγά σιγά στό κορμί καί διοχετεύονται απ’ τα πόδια στο υγρό χώμα.

Η αφήγηση του Ιωάννου είναι απλή καθημερινή, προσωπική, πολλές φορές, εξομολογητική. Τον ενδιαφέρει ο ψυχισμός του ανθρώπου αλλά δεν παρασύρεται συναισθηματικά. Παρατηρεί τι συμβαίνει γύρω του, περιγράφει τις αναμνήσεις του, ενώ παρεμβάλλονται συναισθήματα και σκέψεις, καθώς και  υπαινιγμοί για την χούντα και την τότε κατάσταση στην Ελλάδα.

Η αλήθεια είναι πως ανάμεσα στα λαλήματα ακούγαμε και κανένα βραχνό χωνί να ξανοίγεται μεσα στη βαθιά νύχτα. Δεν ξεχωρίζαμε συνήθως τι αγωνίζονταν να μας αναγγείλει το ηρωικό αγόρι, ξέραμε όμως πολύ καλά πώς θά καταλήξει καί ψιθυρίζαμε όλοι μαζί του το συναρπαστικό σύνθημα: «θάνατος στό φασισμό — Λευτεριά στο λαό!».

Κάποτε όμως, μαζί μέ τούς πετεινούς καί τούς τηλεβόες, άρχισαν να ακούγονται μέσα στη νύχτα πολλά ουρλιάσματα και γαβγίσματα. Δεν  ήταν το γάβγισμα των σκυλιών της γειτονιάς μας. Αυτά, έκτός που ήταν πια πολύ λιγοστά και αδύναμα, είχαν αλλιώτικες, πιο γλυκιές φωνές. Τα καινούρια γαβγίσματα ήταν πάρα πολλά, πολύ πιό άγρια, και άρχιζαν πάντα μ’ ένα βαθύ ομαδικό ουρλιαχτό, που απλώνονταν πάνω από  τήν πόλη και μας πάγωνε.