‘Η αλήθεια της ιστορίας δεν κρίνεται από τη συνάφειά της με την πραγματικότητα αλλά από το ήθος της.’

Δεκάξι ιστορίες από τα Καμίνια, τη Νίκαια, τη Δραπετσώνα και το Πέραμα. Ιστορίες που μοιάζουν να έρχονται από άλλες εποχές, με θέμα τη φτώχια, υλική αλλά κυρίως ψυχική. 

Η φτώχια στις μικρές ιστορίες του Χρήστου Οικονόμου δεν  είναι ίδια με την φτώχια της Ελλάδας  στις δεκαετίες του 1950 και 1960. Η φτώχια του 21ου αιώνα είναι πρόστυχη, κυνική, ταπεινωτική, περιορίζει ασφυκτικά τα όρια της ζωής. Κάποιοι παλεύουν να ξεφύγουν από τη μιζέρια που τους περικλείει, άλλοι συνθλίβονται από το βάρος της τραγικής πραγματικότητας και από δουλειές που δεν έχουν κανένα νόημα, για κάποιους  ο φόβος της πραγματικότητας μετατρέπεται σε μίσος και αυτοκαταστροφή, άλλοι βρίσκουν καταφύγιο στο παρελθόν, η νοσταλγία γίνεται η αιτία της δυστυχίας τους.

Ανθρώπινες σχέσεις, οικογενειακοί δεσμοί, ανθεκτικοί, και συγχρόνως καταπιεστικοί, δεσμοί που μπορούν να σώσουν αλλά και να συνθλίψουν, οι οικογένειες είναι “σαν ένα νύχι που μεγάλωσε ανάποδα και μπήχτηκε βαθιά στο κρέας και μαυρίζει. … Αλλά οι οικογένειες δεν έχουν πόδια. Δεν είναι σκυλιά οι οικογένειες. Δεν ξέρω τι είναι. Φίδια ίσως.”  Σε τυλίγουν και σε σφίγγουν.

 H γραφή του Οικονόμου είναι λυρική, λιτή και ταυτόχρονα γοητευτική. Η αίσθηση στο ξεκίνημα του βιβλίου είναι σοκαριστική, σαν να χτυπάει γροθιά στο στομάχι. Πρός το τέλος η ανάγνωση γίνεται λίγο κουραστική, ίσως επειδή οι καλύτερες ιστορίες βρίσκονται στην αρχή του βιβλίου.