Maquina Lectora

Notes of a curious mind

Category: Biography (Page 1 of 3)

Ο Αγνωστος Καραμανλής του Κωνσταντίνου Τσάτσου

«Δεν νομίζω ότι υπήρξα μεγάλος. Φαίνομαι ίσως μεγάλος, γιατί δεν είχα άξιους αντιπάλους.»

Κωνσταντίνος Καραμανλής

Πρωτοδιάβασα  το  Ο Άγνωστος Καραμανλής του Κωνσταντίνου Τσάτσου το 1984. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έκτιε την πρώτη του προεδρική θητεία (μέχρι το 1985 που τον  διαδέχθηκε ο Χρήστος Σαρτζετάκης). Δεν είμαι σίγουρη ότι είχα τότε αξιολογήσει σωστά ούτε το βιβλίο, ούτε ειχα σκεφτεί αρκετά για τον Κ. Καραμανλή. Κάποια πράγματα απαιτούν μια  απόσταση και  μια ωριμότητα, τόσο χρονική όσο και συναισθηματική.  Το να  διαβάζεις για έναν πολιτικό, όταν ακόμα αυτός βρίσκεται εν ζωή, σε μια εποχή έντονων μεταβολών τόσο σε επίπεδο κοινωνικών συμπεριφορών όσο και σε επίπεδο πολιτικών και διοικητικών θεσμών, ίσως  να μην ειναι και  ο καλύτερος τρόπος να αποτιμήσεις την πορεία, το πολιτικό έργο και τον χαρακτήρα ενός πολιτικού.

Οι αυταπάτες, οι παλινωδίες και οι λαϊκίστικες εξάρσεις των τελευταίων χρόνων, με έκαναν να γυρίσω πίσω,  να ξαναδιαβάσω για το παρελθόν, όχι τόσο για να καταλάβω το παρόν, αλλά περισσότερο για να θυμηθώ και να ξαναγνωρίσω έναν από τους ανθρώπους που διαμόρφωσε την νεώτερη πολιτική πορεία της χώρας και που ξεχώρισε για τον πολιτικό πραγματισμό του, αλλα και για τα στοιχεία, θετικά και αρνητικά, που συνέθεταν την προσωπικότητα του.

Η φιλία και η εκτίμηση του Κωνσταντίνου Τσάτσου προς τον Κωνσταντίνο Καραμανλή είναι γνωστή. Παρόλο που Κ. Καραμανλής δεν ταυτίστηκε απόλυτα με τη φιλοσοφία του Κ. Τσάτσου η εκτίμηση ήταν αμοιβαία και ο Τσάτσος υπηρέτησε ως υπουργός στις κυβερνήσεις του. Ο φόβος του κομμουνισμού αποτελούσε τον κεντρικό άξονα των πολιτικών και θεσμικών επίλογων του  Κ. Τσάτσου, ενώ ο Κ. Καραμανλής δεν πίστευε στην ιδεολογική απομόνωση και δεν είχε μιλήσει “για κομμουνι­στική απειλή ούτε για ανάγκη να περιορισθούν τα δικαιώματα των μη εθνικοφρόνων.” [1]

Ο Άγνωστος Καραμανλής  είναι ένα δοκίμιο που αποβλέπει σε μια ενδοσκόπηση της προσωπικότητας του Κ.  Καραμανλή. Μελετά τον Καραμανλή σαν προσωπικότητα, τον εσωτερικό άνθρωπο, το ήθος και τον χαρακτήρα. Πως, αυτός άνθρωπος, με αυτόν τον χαρακτήρα, έρχεται σε επαφή  και πως συνεργάζεται με τον κόσμο γύρω του.

To βιβλίο δεν είναι ιστορικό, ωστόσο o K. Τσάτσος αναφέρεται σε ορισμένα ιστορικά γεγονότα, κυρίως των ετών 1955-1967 που συνδέονται με το πρόσωπο του Καραμανλή, για να γίνει πιο πλήρης η σκιαγράφηση της προσωπικότητάς του και για να εξηγήσει την θέση του Καραμανλή μπρος στην Ευρώπη και τον κόσμο. Στο δοκίμιο περιλαμβάνονται και κάποιες επιστολές του Κ. Καραμανλή όπου εμφανίζεται η πολιτική σκέψη του.

Απόσπασμα από επιστολή του Κ. Καραμανλή το 1945

Δυο πράγματα στον Καραμανλή εντυπωσίασαν τον Κ. Τσάτσο. Πρώτα ότι η πολιτική πορεία του Καραμανλή ήταν ευθύγραμμη. Οι βασικές του αρχές και σκέψεις  ήταν οι ίδιες από την νεαρή του ηλικία, στην περίοδο της Κατοχής και ήταν πολύ προοδευτικότερες από εκείνες που επικρατούσαν στην παράταξη από την οποία προερχόταν.  Δεύτερον, την ενδεχόμενη πολιτική άνοδό του την αισθανόταν σαν κάτι φυσικό.

Το πήδημα από τη θέση του υπουργού, του πετυχημένου εκτελεστή, στη θέση του πρωθυπουργού μου φάνηκε ότι το έκανε χωρίς δυσκολία, διότι μέσα του το είχε εκτελέσει ήδη προ πολλού ….. Χωρίς να το δείχνη, χωρις να το διακηρύσση, αναγνώριζε στον εαυτό του την ιδιότητα του ηγέτη, σαν να είχε γεννηθη γι’ αυτή την αποστολή.

Ο Καραμανλής έζησε μια μοναχική ζωή. Ενσυνείδητα  και προμελετημένα είχε πλάσει την εμφάνισή του, αυστηρή, αινιγματική και δυσπρόσιτη για να κρατά τον τρίτο σε απόσταση.  Πίσω όμως από τη βιτρίνα του απρόσιτου, λακωνικού, ακόμη και αγριωπού πολιτικού ηγέτη υπήρχε ένας βαθύτατα συναισθηματικός άνθρωπος, που όμως δεν επέτρεπε να ξεφύγει τίποτε από μέσα του που θα μπορούσε να χαλάσει την εικόνα του εαυτού του, όπως την ήθελε ο ίδιος να παρουσιάζεται στους άλλους.

Ουσιαστικά,  ο Κ. Καραμανλής έκτισε απο πολύ νωρίς, αυτό που σήμερα ονομάζουμε πολιτικό branding. Μια εικόνα / προιόν (brand) δηλαδή που ενισχύει το κυρίαρχο αίσθημα και την εντύπωση που έχει το κοινό ή  ο λαός για έναν πολιτικό, και δημιουργεί – παρ’ όλα τα αρνητικά χαρακτηριστικά που αυτό το  πρόσωπο μπορεί να έχει – ένα αίσθημα και μια σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ του πολιτικού και του λαού.


[1] Ν. Αλιβιζάτος Ο Κ. Τσάτσος και το Σύνταγμα του 1952, 1947-1967.

Norman Foster: A life in Architecture by Deyan Sudjic

I admire architecture.  Our relationship with architecture is intimate and fundamental,  it sustain and shape us. Architecture has practical purpose but a beautiful building can also be a moving aesthetic experience.  The last few decades the boundaries between art and architecture are increasingly blurred. Many, including architects, argue that the concept of architecture is a form of art, a “work of art that we can move through and live in,” said President Obama, in 2011,  during the Chicago Architecture Biennial.

Architects can be artistic, they may draw inspiration from art, but they are not artists,  at least not in the traditional meaning of the word. Architecture is so much more, says  Deyan Sudjic in his book Norman Foster: A life in architecture. It is a passion, a calling, as well as a science and a business. Or, as Paul Rudolph said, “Architecture is a process of finding out what you need to know.”

The book is a biography of one of the world’s most lauded architects, “written with his full co-operation” Sudjic adds.  It tells the story of a young man in a terraced house near a railway crossing in Levenshulme in Manchester, his dreams and aspirations, as well as his progress from Manchester University to Yale and from there to Foster and Partners HQ in Battersea and to House of Lords.

It is a portrait of a man that developed radical architecture, a visionary who wanted architecture to reflect the social conditions of the new age. The book is a good introduction to Norman Forster, it explores his work, his influences, and some sensitive issues, like the expense of the Hong kong and Shanghai Bank and the wobble in the Millennium Bridge in London. There is a special mention to Buckminster Fuller. Both Bucky Fuller and Paul Rudolph, his teacher in Yale, fundamentally influenced the work and the way Foster view the world.

The book is a careful, respectful and well-written biography. There are some intimate anecdotes and insights, but it lacks a sense of excitement and leaves a lot of questions unanswered.

“What is happening in this country? That’s the most important question” – The Fire Next Time by James Baldwin

James Baldwin was one of the most captivating speakers, one of the most important voices of the civil rights era.  He died 30 years ago, in December 1987 but he remains one of the most powerful and insightful writers in American history.

The Fire Next Time is an astounding autobiographical account written as a letter from Baldwin to his nephew, James. It goes back to Baldwin’s teenage years as Christian minister and his departure from the church and the church culture. He recounts a dinner/meeting he had with Elijah Muhammad, the leader of the Nation of Islam, an African American political and religious movement which supported the creation of a separate state for African- Americans. He pictures America as seen through the eyes of the black people, the difficulties of black life in a white dominant country.

“What is happening in this country? That’s the most important question”, he says.

“I have always been struck in America, by an emotional poverty so bottomless, and a terror of human life, of human touch, so deep that virtually no American appears able to achieve any viable organic connection between his public stance and his private life. This failure of the private life has always the most devastating effect on American public conduct and on black –white relations. If Americans were not so terrified of their private shelf, they won’t never become so dependent on what they call “The Negro Problem”. This problem which they invented in order to safeguard their purity, has made of them criminals and monsters and it is destroying them.”

Is James Baldwin still relevant today?

During his speech in the famous 1965 Cambridge debate with William F. Buckley, Baldwin mentioned Robert Kennedy’s statement that “it is conceivable in the next forty years a Negro to achieve the same position that my brother has.”

“It sounded like a very emancipated statement”, said Baldwin, but the real question, he added, is not when there will be the first black president in America. The crucial question is what country he is going to be president of.

In 2008, Barack Obama became the first black president of the United States. How did this change things for African Americans?

In a beautiful and emotional letter to his son, 50 years after Baldwin’s The Fire Next Time, Ta-Nehisi Coates, exposes America’s racial dilemma. He shows just how much the country’s racist past is still very much alive today, and how much it affects the way the black Americans think about themselves and their lives.

 “The Story of the Negro in America, is the story of America. It is not a pretty story.”

Baldwin is lively and bold, passionate and deeply humane. He does not mince words. He condemns the American dream as a nightmare. He points out the contradiction of the United States as the leader of the free world while the battle for racial justice continued at home.

“If we – and now I mean the relatively conscious whites and the relatively conscious blacks, who must, like lovers, insist on, or create, the consciousness of the others – do not falter in our duty now, we may be able, handful that we are, to end the racial nightmare, and achieve our country, and change the history of the world. If we do not now dare everything, the fulfilment of that prophecy, recreated from the Bible in song by a slave, is upon us: God gave Noah the rainbow sign, No more water, the fire next time!”


Take yourself to see Raoul Peck’s powerful documentary  I Am Not Your Negro,  a portrait of James Baldwin. It is narrated by Samuel L. Jackson and the words are from Remember This House, Baldwin’s unfinished book about the three freedom-campaign activists, Martin Luther King, Malcolm X, Medgar Evers.  Very highly recommended.

Bluets by Maggie Nelson

Every time I browse through the selves or I pick up an autobiography or a memoir, I wonder … why? Why this man /woman has the need to write the story of his / her life. What’s his /her motive?

Writing the story of one’s life it is challenging; writing about your life must be one of the hardest things that one has to do. Autobiographies is one of most beloved forms of writing. A good autobiography can be fun and fascinating.  A good autobiography must also be brutally honest.

An autobiography can take several forms, historical, philosophical, or poetic. Maggie Nelson’s Bluets is an experimental memoir, a blend of autobiographical writing, literary realism, analysis, and philosophical quotations and comments.

At a job interview at a university, three man sitting across from me at a table. On my cv it says that I am currently working on a book about the colour blue ….. One of the mean asks? “Why blue?” People ask me this question often. I never know how to respond. We don’t get to choose what or whom we love. We just don’t get to choose.

Bluets is a personal exploration, a captivating, candid, funny at times, book about the blue colour, about what blue means to Nelson, where blue is identified with love, loss, depression, sex, loneliness, shame, pain.

It is easier, of course, to find dignity in one’s solitude. Loneliness is a solitude with a problem. Cn blue solve the problem, or can at least keep me company within it? – No, not exactly. It can not love me that way; it has no arms. But sometimes I do feel its presence to be a sort of wink- Here you are again, it says, and so am I.

Bluets is written in fragments, the way Wittgenstein did, in order to think sequentially. Some of the fragments may seem district but together they create a unified, intense and beautiful narrative

The Dream of a Celt by Mario Vargas Llosa

This is a fascinated story of a complex man who lived an extraordinary life as a hero of human rights only to die as a traitor in the eyes of British officials.

Roger Casement was born in Kingstown, County Dublin, to a Protestant father and a Catholic mother. He was secretly baptised into the Catholic faith by his mother at the age of four but for most of his life, he considered himself as a Protestant and only a few weeks before his death, he was formally converted to Catholicism. In his youth, Casement worked briefly as a clerk for a Liverpool shipping line, before he moved to Africa in 1884 to work with Henry Morton Stanley, where later as British Consul, began investigations into slave labour in Congo. His report on the atrocities to the indigenous people by the Belgian Force Publique was published in 1904 and it caused a public outrage all across Europe.

In 1910, Roger Casement was sent by the British government into the Amazon jungle to investigate alleged abuse of workers in the rubber industry in the region of the river Putumayo, a no man’s land between Peru and Colombia that today belongs to Colombia.  At the end of the nineteen century, a Peruvian merchant called Julio César Arana, taking advantage of the rubber boom, begun to collect wild rubber in the disputed region of Putumayo. Before long his Peruvian Amazon Rubber Company became million-dollar company and Arana decided to registered it in London in order to attract more capital.  Soon, the alleged atrocities to indigenous populations and to British subjects, such as the Barbadians, by the employers of Casa Arana, forced the British Parliament to order an investigation.

Read More

Tα αστραφτερά πεδία της Σώτης Τριανταφύλλου

Δυσκολεύομαι να χαρακτηρίσω το τελευταίο βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου. Ως συνήθως είναι πολύ διαφορετικό από τα προηγούμενα.  Η ίδια γράφει ότι είναι μια περιδιάβαση σε πόλεις, μουσικές, βιβλία.  Σημειώσεις για την πολιτική, τις διεθνείς σχέσεις, την πολυπολιτισμικότητα.  Δεν είναι ημερολόγιο, ούτε κάποιου είδους βιογραφία. Είναι ένα βιβλίο-αμάλγαμα με σκέψεις, αναμνήσεις, ένα βιβλίο περιπλανήσεων, φυσικών και νοητών.

Σκέφτομαι αν μου άρεσε. Όσο περισσότερο το σκέφτομαι τόσο περισσότερο νομίζω η έκφραση ‘μου άρεσε’, δεν ταιριάζει στα Αστραφτερά Πεδία, δεν ταιριάζει στα βιβλία της Σώτης Τριανταφύλλου, είναι λάθος. Κοιτάζω πάλι τις σημειώσεις μου, είναι πολλές και πυκνές.  Υπάρχει κατι που με ενώνει με την Σώτη, δεν την ξέρω, αλλά είναι σαν να την ξέρω,  τη νιώθω τόσο κοντά μου, που πάντα την λέω Σώτη. Ίσως είναι το γράψιμο της,  απλό, ειλικρινές  και άμεσο, σε φέρνει κοντά της, σε γοητεύει.

Ίσως να είναι κάποιες κοινές εμπειρίες και παραστάσεις, στα βιβλία της φαίνεται να περιγράφει κομμάτια της δικής μου ζωής.  Ίσως  να είναι η περιπλάνηση, τα κοινά αναγνώσματα, το rock n roll. Στο τέλος δεν εχει σημασία, το σημαντικό είναι ότι η Σώτη μπορεί να συγκινεί, να προβληματίζει, σε προκαλεί να σκέφτεσαι, να μπεις στην ουσία των πράγματων. Αυτό το τελευταίο βέβαια μόνο αν θέλησεις να αφήσεις πίσω σου τη φασαρία και το σκουπίδι του ημερήσιου τύπου και των social media και μπεις στο κόπο  να κουραστείς για να σκεφτείς.

./.

Αυτό το σημείωμα γράφτηκε τις μεταμεσονύχτιες ώρες. Μόλις είχα διαβάσει ένα μακροσκελές άρθρο του Jan-Werner Müller για τον λαϊκισμό και τους λαϊκιστές, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη.  Αντί να κοιμηθώ σκέφτηκα τη Σώτη.

Το ξαναδιάβασα το πρωί και αποφάσισα να το αφήσω όπως ήταν. Ένα μεταμεσονύχτιο σημείωμα.

Page 1 of 3

@ Maquina Lectora, 2017 & All rights reserved