Maquina Lectora

Notes of a curious mind

Tag: Μίμης Ανδρουλάκης

δύο μόνο δάκρυα από τον Μίμη Ανδρουλάκη.

Το δύο μόνο δάκρυα είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία του Μίμη Ανδρουλάκη. Πρόκειται για ένα  καταιγιστικό βιβλίο με θέμα τις μεγάλες μεταστροφές της τύχης, ένα βιβλίο που ισορροπεί, με επιτυχία,  ανάμεσα στο ντοκουμέντο και στην λογοτεχνία. Μια ιλλιγιώδης αφήγηση που εμπλέκει το παρελθόν με το παρόν και επεκτείνεται στο μέλλον.  στην αφήγηση εμπλέκονται η Αίντα του Verdi, η Αλεξάνδρεια και η Καρχηδόνα, ο Άρης Βελουχιώτης και o Ηλίας Τσιριμώκος. Πρόσωπα της αρχαότητας όπως ο ιστορικός Πολύβιος, αντικατοπτρίζονται σε πρόσωπα σημερινά.  Ο Ανδρουλάκης δανείζεται γεγονότα και πρόσωπα από το παρελθόν  για να αναδείξει στιγμές που βρίσκονται στο μεταίχμιο της ιστορίας, εκεί όπου «υπό την επήρεια των ανέμων της ευημερίας» τα όνειρα και ελπίδες αναπτερώνονται, και ξαφνικά συμβαίνει κατι το αστάθμητο και απρόβλεπτο και όλα γκρεμίζονται.

Πρωταγωνιστής του βιβλίου ο καθηγητής Κωστής, ένας σοφός Έλληνας διανοούμενος που ταυτίζεται με τον Έλληνα ιστορικό της Ρωμαιοκρατίας Πολύβιο που υποστήριζε την, αντίληψη για την «κυκλικότητα» της Ιστορίας, δηλαδή, την «εναλλαγή ανόδου και πτώσης ως το πεπρωμένο των μεγάλων λαών». Μια αντίληψη που παραμένει επίκαιρη ακόμη και σήμερα. Λιγότερο ίσως γνωστό είναι ότι η θεωρία του Πολύβιου περί της «μικτής συνταγματικής τάξης», επηρέασε τους Ιδρυτές Πατέρες όταν συνέταξαν τη Διακήρυξη της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας.

Read More

Tο ρίσκο. Από τον Μίμη Ανδρουλάκη

Ακούω καθημερινά πολιτικούς, διανοούμενους, δημοσιογράφους, συνδικαλιστές, κάθε είδους ανθρώπους που αφορίζουν το ρίσκο και την αγορά και περιγράφουν, δίχως να το συνειδητοποιούν, σαν ιδανική ανθρωπινή κατάσταση μια ακραία και εξιδανικευμένη εκδοχή της Σοβιετικής Ένωσης, αν και πιθανόν να είναι ακόμα και αντικομουνιστές, αντισοβιετικοί, συντηρητικοί, ότι μπορείς να φανταστείς.

Δηλαδή ασύνειδα αποζητούν μια κοινωνία όπου όλοι θα είμαστε δημόσιοι υπάλληλοι, όλα θα είναι διοικητικά ρυθμισμένα, όλες οι θέσεις  θα είναι ταξινομημένες και σταθερές, τα προϊόντα θα διανέμονται δίχως αγορά, θα πάψουν να είναι εμπορεύματα, το κράτος θα αναλαμβάνει την ευθύνη για το άτομο από την γέννηση του μέχρι το θάνατό του.

Μια κοινωνία δηλαδή απόλυτης ασφάλειας και μηδενικού ρίσκου, Οι φαντασιώσεις αυτές μπορεί να επανέλθουν και στο μέλλον σε πολλές πολιτικές παραλλαγές. Στην πραγματικότητα οι υποθετικές κοινωνίες μηδενικού ρίσκου θα διώχνουν το ρίσκο από την πόρτα και αυτό θα εισβάλλει γεωμετρικά πολλαπλασιασμένο  και καταστροφικό από τα παράθυρα, μετατρέποντας σε ερείπια κάθε ανάλογο οικονομικό και πολιτικό οικοδόμημα.

Αυτά έγραφε ο Μίμης Ανδρουλάκης στο «Βαμπίρ και Κανίβαλοι» το 2004 σελ. 205-206.

Πέρασαν σχεδόν έξι χρόνια από τότε. Οποιαδήποτε σχέση με την σημερινή πραγματικότητα ΔΕΝ είναι καθόλου συμπτωματική.

Λευκό Κοτσύφι, Blue Tree, Μαύρο από το Μίμη Ανδρουλάκη

Παρακολουθώ τον Μίμη Ανδρουλάκη πολλά χρόνια. Από τότε που ήμουν ακόμη στην Ελλάδα και ο Μίμης έκανε μουσικά αφιερώματα στον Flash (another era, another life).

Τα τελευταία χρόνια τον ακούω συστηματικά μέσω Ιντερνέτ. Διαβάζω τα βιβλία του. Ο Ανδρουλάκης είναι μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα στην Ελλάδα. Πολλοί –από τους ανθρώπους που ξέρω – τον θεωρούν μάλλον γραφικό και δυσνόητο. Ελάχιστοι, πιστεύουν ότι προηγείται της εποχής του και ότι είναι εκτός ελληνικής πραγματικότητας. Προσωπικά τον θαυμάζω, είναι ένας από τους λίγους ανθρώπους που θα ήθελα να συναντήσω και να συζητήσω μαζί του. Είναι εξωστρεφής και ευφυής, με βαθιά γνώση της παγκόσμιας πολιτικής και οικονομικής ιστορίας. Ο λόγος του ξεχωρίζει και υπερισχύει του μέσου ελληνικού λόγου, τουλάχιστον του λόγου που επικρατεί σήμερα στα ΜΜΕ. Τελευταίως ανιχνεύω μια κυνικότητα και απογοήτευση……..αλλά αυτό δεν είναι του παρόντος.

Το τελευταίο μου ταξίδι στην Ελλάδα, έτυχε να συμπίπτει με την έκδοση του βιβλίου του «Λευκό κοτσύφι, Blue Tree, Μαύρο καράβι». Καταμεσής της οικονομικής κρίσης, χαμός στον κόσμο, και η Ελλάδα να ασχολείται με το Βατοπέδι και τους παπάδες, (πως γίνεται κάθε φορά που πάω στην Ελλάδα να ασχολούνται οι πάντες με κάποιο σκάνδαλο – την προηγούμενη φορά ήταν νομίζω οι ταινίες του Ζαχόπουλου – είναι άξιον απορίας).

Αγόρασα το βιβλίο (μου άρεσε πολύ η φωτογραφία του εξωφύλλου) αλλά δεν πρόλαβα να το διαβάσω αμέσως. Διάβασα κάποιες κριτικές όμως από εφημερίδες και το internet, ευνοϊκές για το βιβλίο αλλά πολύ γενικές και αόριστες.

Σπάνια διαβάζω κριτικές ελλήνων – λόγω έλλειψης χρόνου. (Πως προλαβαίνει ο Ανδρουλάκης να διαβάζει και να κάνει όλα αυτά τα άπειρα πράγματα, είναι ένα μυστήριο σε μένα. Αν υπάρχει κάποιο μυστικό, θερμά τον παρακαλώ να μου το αποκαλύψει). Επανέρχομαι στο βιβλίο και τις κριτικές. Όταν έφτασα περίπου στα μισά του βιβλίου κατάλαβα πιο ήταν το πρόβλημα. Απλά, δεν είχαν διαβάσει, η δεν είχαν διαβάσει όλο το βιβλίο. Ειλικρινά δεν μπορώ να το εξηγήσω διαφορετικά. Υπάρχουν τόσα πολλά περισσότερα στις 462 σελίδες του βιβλίου, από τα πρωινά, τις τεκτονικές πλάκες, το κραχ και την Κίνα. (Ο Ανδρουλάκης εξάλλου έχει μιλήσει πολύ αναλυτικά για όλα αυτά τον τελευταίο ενάμιση χρόνο).

Λοιπόν, το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη, Στο πρώτο μέρος – όπου κυριαρχεί ο διάλογος με τον Νικολά, τον adventurous και risky διαχειριστή hedge fund, o Ανδρουλάκης εξερευνεί «τις ανωμαλίες και τα παράλογα των αγορών και των ανθρώπων της στην βαθύτερη λογική του καπιταλισμού». Θα έλεγα ότι σ’ αυτό το μέρος κυριαρχεί η αντικειμενικότητα και η λογική (όσο μπορεί να υπάρχει στις markets φυσικά). Ο συγγραφέας προσπαθεί να φέρει στην επιφάνεια μια διαφορετική χρονικότητα, τις βαθύτερες δομές της ιστορικής κίνησης του καπιταλισμού και να διαλύσει την ψευδαίσθηση ότι όλα αυτά – η κρίση, η απληστία, κλπ – συμβαίνουν για πρώτη φορά.

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου, είναι ένα «ημερολόγιο της κρίσης», στην πιο δραματική –έως τώρα – φάση της. 15 Σεπτεμβρίου έως 13 Οκτώβριου, την μέρα που το βιβλίο πήγε στο τυπογραφείο.

Στο τρίτο μέρος, ο Ανδρουλάκης εξετάζει την πορεία του καπιταλιστικού συστήματος και αναλύει την επαναστατική εξέλιξη στο πεδίο των παραγωγικών δυνάμεων στην οποία σημαντικό ρόλο έπαιξε ο ανταγωνισμός με τον υπαρκτό σοσιαλισμό στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου. Εδώ ο συγγραφέας γίνεται πιο προσωπικός, πιο συναισθηματικός. Προσπαθεί να συνδέσει το παρελθόν με το παρόν και επιχειρεί να προβλέψει το μέλλον. Μπαίνουμε στο τρίτο στάδιο του καπιταλισμού. Ποια η πορεία του, ποια τα προβλήματα του πλανήτη σε είκοσι χρόνια από τώρα? Περιβάλλον, κλιματική αλλαγή, νερό, green energy, scientific advances, υπερπληθυσμός, mega-cities, ταξικά προβλήματα. Ίσως και λόγω επαγγέλματος, αυτό το κομμάτι του βιβλίου μου άρεσε περισσότερο.

Προσωπικά, πιστεύω ότι το Λευκό κοτσύφι είναι το καλύτερο – μέχρι τώρα – βιβλίο του Ανδρουλάκη. Είναι εμφανής η ωριμότητα στον τρόπο γραφής, και ιδιαίτερα γοητευτική η μίξη του προσωπικού και τοπικού με τα παγκόσμια γεγονότα (glocal). Θα έλεγα ότι ο αναγνώστης ωφελείται αν έχει διαβάσει προηγουμένως τα «Τάνγκο του Τσε, Βαμπίρ και κανίβαλοι και Ζητούνται αλχημιστές». Φαίνεται σε μένα ότι το λευκό κοτσύφι αποτελεί μια συνεχεία της σκέψης και των προβληματισμών του Ανδρουλάκη.

Σημαντικό μειονέκτημα του βιβλίου είναι η έλλειψη βιβλιογραφίας και index. Παρόλο που το βιβλίο είναι γραμμένο σε μυθιστορηματική μορφή για να προβάλει πιο εύκολα τα μηνύματα του στο πλατύ κοινό, η βιβλιογραφία θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμη σε ένα πιο «ψαγμένο» αναγνώστη η κάποιον που θα επιθυμούσε να ερευνήσει βαθύτερα ένα συγκεκριμένο θέμα. Εγώ τουλάχιστον θα ήθελα παρά πολύ να την έχω στην διάθεσή μου.

@ Maquina Lectora, 2017 & All rights reserved